Η Δυτική Φραγκίστα, ένα από τα μεγαλύτερα και ιστορικότερα χωριά της Ευρυτανίας και άλλοτε κεφαλοχώρι των Αγράφων, ήταν για δεκαετίες ένα ζωντανό και δραστήριο χωριό. Σήμερα όμως η εικόνα του είναι διαφορετική και θυμίζει περισσότερο έναν τόπο που παλεύει να κρατηθεί ζωντανός.
Κάποτε το χωριό έσφυζε από ζωή. Υπήρχε νεολαία, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι παιδιά, τα σχολεία λειτουργούσαν με πολλές τάξεις και οι αυλές τους γέμιζαν κάθε μέρα φωνές και παιχνίδια. Η ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού αποτελούσε σημείο αναφοράς για την τοπική κοινωνία, ενώ τα Σαββατοκύριακα το γήπεδο γινόταν τόπος συνάντησης για μικρούς και μεγάλους.
Η τοπική αγορά επίσης είχε έντονη δραστηριότητα. Στη Δυτική Φραγκίστα λειτουργούσαν αρκετές ταβέρνες και μαγαζιά που εξυπηρετούσαν τόσο τους κατοίκους όσο και τους επισκέπτες της περιοχής.Σήμερα όμως λίγες από αυτές έχουν απομείνει να κρατούν ζωντανή την παλιά εικόνα του χωριού.Επίσης είχε Δημοτικό Ξενώνα με ενοικιαζόμενα δωμάτια που πλέον ειναι εγκαταλελειμμένος.
Η δημογραφική συρρίκνωση είναι πλέον εμφανής. Οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού —χωρίς να υπολογίζονται οι γύρω συνοικισμοί— εκτιμάται ότι δεν ξεπερνούν τους 180. Το πρωί αλλά και το βράδυ, όποιος περπατήσει στους δρόμους αντικρίζει ένα χωριό ήσυχο, σχεδόν έρημο, με τα περισσότερα σπίτια κλειστά.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο όταν έφυγε από το χωριό το Δημαρχείο, το οποίο για χρόνια αποτελούσε την έδρα του δήμου. Με τη διοικητική αναδιάρθρωση μεταφέρθηκε στο Κερασοχώρι, αφαιρώντας από τη Δυτική Φραγκίστα έναν σημαντικό διοικητικό και κοινωνικό πυρήνα.
Παρά τις δυσκολίες, το χωριό εξακολουθεί να κρατιέται ζωντανό χάρη σε ορισμένες βασικές δομές. Η λειτουργία του Κέντρου Υγείας και του φαρμακείου αποτελεί σημαντικό στήριγμα για τους κατοίκους της περιοχής και έναν από τους λόγους που η Δυτική Φραγκίστα συνεχίζει να παραμένει ένα μικρό αλλά ενεργό κέντρο για τα γύρω χωριά.
Η ιστορία, η φυσική ομορφιά και η παράδοση της περιοχής θυμίζουν ότι η Δυτική Φραγκίστα υπήρξε κάποτε ένα σημαντικό χωριό των Αγράφων. Το ερώτημα που μένει είναι αν θα καταφέρει στο μέλλον να ανακτήσει μέρος της παλιάς της ζωντάνιας ή αν θα συνεχίσει να ακολουθεί τη μοίρα πολλών ορεινών χωριών της ελληνικής υπαίθρου.















