Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

Ραπτοπουλο:Το μεγαλύτερο χωριο σε πληθυσμό της Ευρυτανιας

Το Ραπτόπουλο είναι το μεγαλύτερο σε πληθυσμό χωριό της Ευρυτανίας, άρα και το μεγαλύτερο Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου, είναι η έδρα του Δήμου Ασπροποτάμου και απέχει απ’ το Καρπενήσι 82 ασφαλτοστρωμένα χιλιόμετρα, ενώ  απ’ το Αγρίνιο απέχει 110, επίσης ασφαλτοστρωμένα, χιλιόμετρα.

          Βέβαια, ο λάτρης του διαφορετικού και της περιπέτειας, διανύοντας περίπου 95 χιλιόμετρα (80 ασφαλτοστρωμένα και 15 χωματόδρομο βατό), μπορεί να έρθει και από την Καρδίτσα (Καρδίτσα –Μουζάκι –χωριά της Αργιθέας –Κέδρα –Πρασιά -Ραπτόπουλο), καθώς και από την Άρτα (Άρτα –Πέτα –Καλεντίνη –Ξηρόκαμπος - Αστροχώρι –Μεγαλόχαρη –Μεσόπυργος –Νέο Αργύρι –Παλιοχώρι –Ραπτόπουλο).

          Ας σημειωθεί, ότι και από την Άρτα η απόσταση είναι περίπου η ίδια, ήτοι 80 ασφαλτοστρωμένα χιλιόμετρα και περίπου 20 χωμάτινα, όμως  με καλή βατότητα, κυρίως, το καλοκαίρι.  

          Βρίσκεται κτισμένο σε υψόμετρο 880 μέτρων, μέσα σε μια κούπα γης που σχηματίζουν η Τσιούκα, η Σαλόπετρα, το Κρι, ο Αϊ –Λιας και ο Κακανέλος.        

          Από την κορυφή της Τσιούκας (υψόμετρο 1.475 μέτρα), η θέα είναι πανοραμική. Το μάτι του επισκέπτη –εκδρομέα …χάνεται. Σαν είναι νύχτα ως και της Πάτρας τα φώτα βλέπει, ενώ τη μέρα… τη μέρα, βλέπει την Αργιθέα, αντικρίζει του Γραμματικού, το Γάβροβο και κάποια από τα χωριά της Άρτας, ταξιδεύει με του Ασπροπόταμου τα αστείρευτα νερά, θωρεί του Βάλτου τα χωριά και τα βουνά, κολυμπάει στων Κρεμαστών την τεχνητή τη  λίμνη, βλέπει τον Άγιο Βλάσιο και τα βουνά του κι έπειτα, σα στρέψει το μάτι του βόρεια και ανατολικά, βλέπει και τη …μισή Ευρυτανία! Χωρίς υπερβολή, το βλέμμα του απαλοχαϊδεύει τις ακρώρειες του Μαλάτου, της Γυφτοσπηλιάς, του Γιδόκαστρου, της Στάρας, του Καλόγερου, της Φτέρης, του Κερασόβου το Καυκί και τα Βελούχια ως πέρα!

          Το Ραπτόπουλο που απλώνεται από τα Παλούκια ως το Δρυμώνα, τη γέφυρα της Τέμπλας και του Παλαιολόγου, αποτελείται από τους συνοικισμούς: Άνω Ραπτόπουλο (είναι το κεντρικό χωριό), Κάτω Ραπτόπουλο, Συγκέρι, Μηλιά, Κάμπο, Παλαιοχώρι, Πουλιάνα, Τσερνόκα, Ιτέα (Κρετσίστα), Κεραμαριό (Κεραμαριό = Κεραμιδαριό), Καστανιά και Μουτσιάρα (Μουτσιάρα = Τόπος με πολλά νερά).

          Παλιότερα, το κεντρικό χωριό, το Άνω Ραπτόπουλο δηλαδή, ήταν παρακάτω. Εκτείνονταν λίγο πάνω απ’ το μύλο του Σαμαρά και σχεδόν έφτανε ως την εκκλησία της Παναγίας, αλλά σιγά –σιγά …ανέβηκε την ανηφοριά κι έφτασε ως εδώ που είναι σήμερα.

          Σε ό,τι αφορά στο όνομά του, υπάρχουν ορισμένες εικασίες –εκδοχές που και συγκλίνουν μεταξύ τους και την ίδια ρίζα φαίνεται να έχουν.

          Η πρώτη εξ αυτών, θέλει να ειπώθηκε Ραφτόπουλο κατ’ αρχάς και Ραπτόπουλο στη συνέχεια, από έναν καποράφτη (ράπτης που ράβει κάπες, τσόλια και κοντοκάπια), που λέγονταν Ραφτόπουλος και κατάγονταν από τους Ραφταναίους της Ηπείρου. Ο ράφτης αυτός, σαν ήρθε με το μπουλούκι του εδώ, «βρήκε άσωτη δουλειά», του άρεσαν οι άνθρωποι, του άρεσε και ο τόπος κι έμεινε.

          Η δεύτερη εκδοχή, επιμένει, ότι οι πρώτοι κάτοικοί του ήρθαν στην περιοχή απ’ τους Ραφταναίους της Ηπείρου. Έφυγαν απ’ τον τόπο τους καταδιωγμένοι απ’ τους Τούρκους, απ’ τους Αρβανίτες, απ’ τους Μπέηδες κι απ’ τους Πασάδες της Ηπείρου και σαν έφτασαν εδώ, «βρήκαν ησυχία, σιγουριά, απάγκιο και καταφύγιο» κι έμειναν.

          Τέλος, μιαν άλλη εκδοχή, η τρίτη, θέλει να ονομάστηκε Ραπτόπουλο από έναν κάλφα, από έναν μαθητευόμενο της ραπτικής τέχνης τεχνίτη, από ένα ραφτόπουλο δηλαδή, που κακοπέρναγε με το μάστορά του, γι’ αυτό ξεχούρδησε απ’ το μπουλούκι κι έμεινε στην περιοχή, την οποία και ονομάτισε με την ιδιότητά του, με την τέχνη του και με το επάγγελμά του.    

          Κάποτε, το Ραπτόπουλο, περιστοιχιζόταν από δώδεκα (12) εκκλησίες! Στην  κορυφή της Τσιούκας ήταν η Ανάληψη του Χριστού (1), στη Σωτήρα η Μεταμόρφωση του Σωτήρος (2), πάνω από το Σταυρό, προς τη Σαλόπετρα, ήταν ο Άγιος Τρύφωνας (3), στον Άγιο Αθανάσιο ο Άγιος Αθανάσιος (4), στον Α-Γιάννη ο Άγιος Ιωάννης (5), στην «Αγιανάργιαρη» οι Άγιοι Ανάργυροι (6), στο γεφυράκι (στον πάτο του χωριού) η «Παναγία» (η Κοίμηση της Θεοτόκου) (7) (εδώ ήταν μέχρι τη δεκαετία του ’60 το  παλιό νεκροταφείο), σχεδόν δίπλα, πάνω είναι το σωστότερο, από την «Παναγία» ήταν το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου (8), στο σημερινό νεκροταφείο η Αγία Τριάδα (9), στο πάνω μέρος του χωριού ο Άγιος Γεώργιος (10), στον Αϊ –Λια ο Προφήτης Ηλίας (11) και στο κέντρο του χωριού ο Ιερός Ενοριακός Ναός της Αγίας Παρασκευής (12).

          Απ’ τις προαναφερθείσες εκκλησίες και εκκλησάκια, σήμερα υπάρχουν:

          -Ο περικαλλής Ιερός Ενοριακός Ναός της Αγίας Παρασκευής  κτίστηκε επάνω στο χώρο προϋπάρχοντος Ναού και αποπερατώθηκε τη δεκαετία του 1980.

          Ο προηγούμενος Ναός της Αγίας Παρασκευής ήταν μικρότερος σε χωρητικότητα και πιο λιτός στην εμφάνιση, όμως, πέρα από την ιστορία που κουβάλαγε στις …πλάτες του, είχε κι ένα πολύ όμορφο, ένα χειροποίητο τέμπλο (το μεγαλύτερο τμήμα του βρίσκεται στο εκκλησάκι του Α –Γιώργη στο Παλιοχώρι), αλλά, για λόγους άνεσης και ευρυχωρίας, κατεδαφίστηκε, μάλλον απερίσκεπτα, από τους χωριανούς

          -Η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που ’ναι η παλιότερη εκκλησία του χωριού.

          -Το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, που κτίστηκε τη δεκαετία του 1970.

          -Το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας, που είναι η εκκλησία του σημερινού νεκροταφείου και κτίστηκε τώρα τελευταία.

          -Το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, που περισσότερο θυμίζει εικόνισμα και λιγότερο Ναό και που η εκ νέου κατασκευή του, κτίστηκε πάνω σε χώρο που ήτανε παλιότερο εκκλησάκι, υπήρξε αιτία τριβής μεταξύ Ραπτοπούλου και Πρασιάς (ήταν ξεχωριστές κοινότητες τότε).  

          Βέβαια, κάτω από την «κυριαρχία» του Ραπτοπούλου είναι και το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου που βρίσκεται στου Παλαιολόγου, κοντά στη γέφυρα της Τέμπλας.

          Το εκκλησάκι αυτό, ήταν μετόχι του πάλαι ποτέ Μοναστηριού του Αγίου Δημητρίου των Λεπιανών. Στο ιερό του έχει κάποια απομεινάρια, μάλλον, αξιόλογων  αγιογραφιών, τα οποία μας επιτρέπουν να υποθέσουμε, ότι κάποτε ήταν αγιογραφημένος ολόκληρος ο Ναός, αλλά τις αγιογραφίες του τις έφθειρε ο χρόνος και τις κατέστρεψε η άγνοια και η αδιαφορία των «ανακατασκευαστών» του.

          Όμως οι εκκλησίες του Ραπτοπούλου, ως Δημοτικό Διαμέρισμα, δεν τελειώνουν εδώ κι αυτό, διότι:

          -Στην περιοχή του Κάτω Ραπτοπούλου, μέσα σ’ ένα ειδυλλιακό τοπίο, υπάρχει ο Ιερός Ενοριακός Ναός της «Παναγίας» (της Κοιμήσεως της Θεοτόκου), ο οποίος έδωσε το όνομα «Παναγία» και στον οικισμό, από λίγα μέτρα ψηλότερα αγναντεύουν τον τόπο και κατευθύνουν τον κόσμο οι Άγιοι Απόστολοι, πιο κάτω, στο νεκροταφείο, υπάρχει ο Ιερός Ναός της Αγίας Βαρβάρας (και τούτος έδωσε το όνομά του στον οικισμό που βρίσκεται σιμά του), στον οικισμό της Μηλιάς είναι ο Άγιος Τρύφωνας και στο Συγγέρι το εκκλησάκι του  Άι –Λια.

          -Στον οικισμό του Παλαιοχωρίου (στο «Παλιοχώρι») είναι το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου.

          -Στον οικισμό της Τσερνόκας είναι το εκκλησάκι της «Παναγίας» (της Γεννήσεως της Θεοτόκου).

          -Στην Ιτέα είναι ο Ιερός Ενοριακός Ναός της Αγίας Παρασκευής, στη θέση «Λάκες» είναι το εκκλησάκι της «Παναγίας» (της Κοιμήσεως της Θεοτόκου) και στη θέση «Άγιος Αθανάσιος» είναι (τώρα κτίζεται) το εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου.

          Τόσο το εκκλησάκι της Παναγίας, όσο και το εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου, καθώς λέγεται, κτίστηκαν σε χώρους στους οποίους προϋπήρχαν Ναοί.

          Στην περιοχή του Ραπτοπούλου, παλιότερα που ο κόσμος δεν είχε συχνά την ευκαιρία για διασκέδαση και νοσταλγούσε το γλεντοκόπι, το χορό και το τραγούδι, γίνονταν αρκετά πανηγύρια.

          Έτσι, στου κάθε Άγιου τη γιορτή, σαν «έβγαζαν» οι παπάδες την εικόνα, τρικούβερτος στήνονταν ο χορός κι ατέλειωτο ήταν το τραγούδι. Ο κόσμος πήγαινε, οι άνθρωποι έρχονταν, οι «ζυγιές» έπαιζαν, οι μερακλήδες χόρευαν, τα πιόματα, τα ούζα και τα κάθε λογής κρασιά έσβηναν προσώρας της ζωής τις μαύρες τις στιγμές και της καθημερινότητας τις δύσκολες τις ώρες, τα κεράσματα έδιναν και έπαιρναν, τα κουτιά με τα λουκούμια σώνονταν, των νιων τα μάτια έψαχναν να δουν και να χαρούν της καλής τους την αμίμητη κορμοστασιά, οι καλομάνες χαίρονταν των κοριτσιών τους την πανέμορφη θωριά και οι πατεράδες των παιδιών τους το αντρίκιο… το περήφανο παράστημα!

          Στο Άνω Ραπτόπουλο, κάθε 26 του Αλωνάρη (του Ιούλη), γίνονταν –και γίνεται –το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής και στις 23 του Απρίλη το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου.

          Το Κάτω Ραπτόπουλο πανηγύριζε τη Δευτέρα της Λαμπρής, το Δεκαπενταύγουστο (και στις μέρες μας γίνεται ημερήσιο παραδοσιακό πανηγύρι), καθώς και στις 4 του Δεκέμβρη, ανήμερα της Αγίας Βαρβάρας.

          Στο Παλιοχώρι γίνεται πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου.

          Στην Ιτέα, τώρα τελευταία, μάλλον για λόγους αντίδρασης, γίνεται πανηγύρι ανήμερα της Αγίας Παρασκευής, ενώ παλιότερα, οι «Κριτσισνοί» πανηγύριζαν την Τρίτη της Λαμπρής.

          Τέλος, ημερήσιο πανηγύρι, κάποιες φορές, γίνεται και στην Τσερνόκα στις 8 του Σεπτέμβρη, εορτή της Γεννήσεως της Θεοτόκου.

          Με οδηγό μας την παράδοση, μετά τα Κρεβάτια και πριν ξαγναντήσουμε για το Πλαΐτσι (Παλούκια), συναντάμε τη Γυφτοσπηλιά. Σπηλιά…! Τέλος πάντων, ο Θεός, να την κάνει σπηλιά, ένα ριζοσπήλι είναι…

           Εδώ, λοιπόν, σ’ αυτό το ριζοσπήλι μέσα, ποιος ξέρει μπροστά από πόσα χρόνια, ένας γύφτος (σιδηρουργός), καταμεσής στο άγριο καταχείμωνο, άφησε το καμίνι και τη ζεστασιά, παράτησε το σφυρί και το αμόνι και πήρε τα βουνά! Πήγαινε, για να ’βρει τον κουμπάρο του τον πρωτοτσέλιγκα της Κ’ρούνας τυριά και γάλατα μπόλικα να του δώσει, αλλά συναντιέται, μαθές, ο κουμπάρος, στις 18 του Γενάρη, στα χιονισμένα πλάγια και στου καλοκαιριού τα τσελιγκάτα; Αμ, δεν συναντιέται…

          Έφτασε, λοιπόν, ο γύφτος εδώ με τη γύφτισσα και με το παιδάκι τους αντάμα (κατ’ άλλους είχανε και τα έξι τα παιδιά τους από κοντά) και λόγω της χιονοθύελλας τους πήρε η νύχτα. Έτσι, αναγκαστικά, αστρέχιασαν στο ριζοσπήλι, αλλά το κρύο ήταν αφόρητο κι η παγωνιά αβάσταχτη και μιας και κατάλαβε, ότι, δίχως φωτιά και σκέπασμα, δεν θα τον έπαιρνε η μέρα, είπε στους άλλους να τον «πλακώσουν» για να ζήσουν εκείνοι και να πεθάνει αυτός, αλλά έζησε αυτός… αυτός και η δόλια του η γύφτισσα και πάει το παιδάκι τους, πάγωσε μέσ’ στα χιόνια, πάει και ο γάιδαρός τους τον έφαγαν οι λύκοι.

          Κατά των παλιότερων τα λεγόμενα, τον Ιούλιο του 1823, πιο βόρεια και ανατολικότερα απ’ τη Γυφτοσπηλιά, σιμά –κοντά στο Γιδόκαστρο, ο καπετάν Θανάσης Τσάκας, χτύπησε σε ενέδρα με τους τριάντα (30) κλέφτες του, τη στρατιά του Μουσταή Πασά της Σκόνδρας, ο οποίος, στα 1823, στο διάβα του για το Μεσολόγγι, κατέστρεφε τα πάντα! Όπου πέρναγε, για να λυγίσει το επαναστατικό φρόνημα των Ελλήνων, για να τρομοκρατήσει τον αγωνιζόμενο για τη λευτεριά ραγιά και για να υποτάξει τις ξεσηκωμένες περιοχές, έβαζε φωτιά, κελάηδαγε το γιαταγάνι και σκόρπαγε λιωμένο σίδερο…!  

          Κάτω απ’ τη Γυφτοσπηλιά, ανάμεσα στα Βούζια και την Κοκκινόβρυση, βρίσκεται η περιοχή με το τοπωνύμιο «Στ’ Τούρκ’». Εδώ είχε τη στάνη του και ξεκαλοκαίριαζε ένας αρχιτσέλιγκας, που τον έλεγαν Καραβίδα.

          Μιαν εποχή, πίσω –κοντά στα 1805, φιλοξενούμενος του Καραβίδα ήταν ο Κατσαντώνης με τα παλικάρια του, που, για λόγους προφύλαξης και ασφάλειας, λημέριαζαν λιγάκι παράμερα απ’ το δρόμο, προς το μέρος της Κοκκινόβρυσης.

          Μια μέρα, κατακαλόκαιρο ήταν, έφτασε και ο Βελής με τους Αρβανιτάδες του από τα Γιάννενα στου Καραβίδα τη στάνη κι απάνω στου αρχιτσέλιγκα τα κονάκια.

          Ο τσέλιγκας, που απ’ έξω του τους καλοδέχονταν κι από μέσα του τους έστελνε πίσω απ’ τον ήλιο, με τον τρικέρατο αγύριστο αντάμα, σαν τους είδε, ειδοποίησε με τρόπο τους Κατσαντωναίους. Αυτοί, άφοβοι καθώς ήταν, μήτε έφυγαν κι ούτε στα πόδια το ’βαλαν! Απεναντίας, σκαρφάλωσαν απάνω σ’ έναν έλατο τουφωτό, κρύφτηκαν στα κλαδιά του και λαούτιασαν!

          Ο Βελής, για να του μαρτυρήσουν την κρυψώνα του Κατσαντώνη, έσκιαζε τον τσέλιγκα με τα λόγια κι αγρίευε τους πιστικούς με τις αρματωσιές του, αλλά λέγονται… μαρτυριένται από μπεσαλήδες αυτά τα πράγματα;

          Έτσι, όσο εκείνος φοβέριζε, έβριζε, ωρύονταν και στο όνομα του …τρανού Αλλάχ και στη φήμη του …αθάνατου Αλή Πασά ορκίζονταν, τόσο ο Καραβίδας κάγχαζε, οι τσοπάνηδες γελούσαν και οι πιστικοί τον κορόιδευαν μπροστά στα μάτια του!

           Σαν είδε, ότι δεν καταφέρνει τίποτα με το άγριο, άρχισε τις γαλιφιές, τις καλοσύνες και τα κανακέματα, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να χορτάσει γάλα κι αυτός και το βρωμασκέρι του ακέριο.

          Όταν έφαγαν του σκασμού, πήραν την κατηφοριά για τα Κρεβάτια, όμως το Κατσαντωναίικο τους κυνήγησε και σκότωσε έναν από δαύτους. Έτσι, από τότε, ο τόπος, και η περιοχή που ’ναι σιμά σ’ αυτόν, έμεινε και λέγεται «Στ’ Τούρκ’», «Στου Τούρκου» δηλαδή.

          Παραδώθε, ανάμεσα στα Κρεβάτια και τη Δρούγκα, είναι ένα ανάραχο που το λένε «στου Αρβανίτη» («στ’ Αρβανίτ’»). Εδώ, άλλοι λένε, ότι ξεκαλοκαίριαζε με τα κοπάδια του ένας φιλήσυχος και τακιμιασμένος με τους Έλληνες Αρβανίτης κι άλλοι, ότι οι κλέφτες του Περδίκα, μπορεί να ’ταν και του Παπανίκου, σκότωσαν έναν αντίχριστο  Αρβανίτη.

          Ανεβαίνοντας για τα Κρεβάτια, πριν φτάσουμε «Στ’ Καμπούρ’», στο πλάτωμα του «Καμπούρη» δηλαδή, που κάποτε ήτανε χωράφι και ξεκαλοκαιριό κάποιου –θέλεις  στο επίθετο, θέλεις στο παραγκώμι, θέλεις στο παρουσιαστικό –Καμπούρη, λίγο αριστερά μας, κοιτάζοντας προς της Πρασιάς το μέρος, είναι του Τσελή η Βρύση.

          Εδώ, κατά πως λέγεται, οι κλέφτες σκότωσαν κάποιον Τσελή, που ’ταν Τούρκος φοροεισπράκτορας κι από τότε έμεινε και λέγεται «στου Τσελή τη Βρύση», ή «στ’ Τσιλή τη βρύσ’», κατά και σύμφωνα με τη ντοπιολαλιά.

          Από τον συνοικισμό της Ιτέας (της «Κρετσίστας»), που ’ναι χτισμένος στην «πίσω» μεριά της Τσιούκας, βλέπει κανείς την κοιλάδα του Αχελώου πανοραμικά.

          Νοτιοδυτικά της Ιτέας, στη θέση Παλιόκαστρο, υπάρχουν ερείπια αρχαίου κάστρου. Η περιοχή είναι γεμάτη με κεραμικά θραύσματα και μεγάλες πελεκητές πέτρες οχύρωσης, που ’ναι σκόρπιες εδώ και εκεί.

          Είναι σκόρπιες από την επίδραση του χρόνου, αλλά και επειδή η περιοχή μετατράπηκε από τους κατοίκους της σε χωράφια για καλλιέργεια. Έτσι, δύσκολα μπορεί κανείς να προσδιορίσει το μέγεθος και την ταυτότητα του κάστρου. Πάντως, η θέση στην οποία βρίσκονταν, είναι στρατηγικής σημασίας, γιατί από εδώ ελέγχεται η κίνηση σε όλο το ορατό μήκος του Αχελώου, αλλά και σε όλη την γύρω από αυτόν περιοχή.

          Δυτικά της Ιτέας, προτού να φτάσουμε στην Τσερνόκα, είναι η Τσιάρικα. Εδώ υπάρχουν απομεινάρια παλιού οικισμού. Φαίνονται καθαρά τα αφήσματα τριάντα δύο (32) σπιτιών, ανάμεσά τους και τα χαλάσματα ενός Ναού.  

          Η παρουσία του Ναού μας επιτρέπει να συμπεράνουμε, ότι ο οικισμός αυτός υπήρχε κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο.

          Νοτιοανατολικά της Ιτέας, εκεί που κοντανταμώνονται του Αχελώου οι δυο οι όχθες, είναι η γέφυρα της Τέμπλας. Είναι μονότοξη πέτρινη γέφυρα, η οποία έχει κατασκευαστεί από Ιταλούς Μηχανικούς στα 1915. Πριν την κατασκευή της, υπήρχε ένα ξύλινο γεφυράκι, ουσιαστικά υπήρχε μια «τέμπλα», η οποία έδωσε το όνομα της και στο πέτρινο γεφύρι.

          Παλιότερα τη γέφυρα της Τέμπλας, τη λέγανε και γέφυρα του Στράτου, προς τιμήν του βουλευτή της Αιτωλοακαρνανίας Νικολάου Στράτου, ο οποίος κατάγονταν απ’ το Λουτρό και μερίμνησε για τη κατασκευή της.

          Ακόμη την αποκαλούν και γέφυρα των Βρουβιανών, μιας και αρκετά σιμά της βρίσκονται τα Βρουβιανά της Αιτωλοακαρνανίας.

           Η γέφυρα της Τέμπλας, κατά τον εμφύλιο πόλεμο, έγινε στόχος ανατίναξης και από τα δύο αντίπαλα …στρατόπεδα. Αυτό μας το επιβεβαιώνει μια μεγάλη ρωγμή στο ανατολικό βάθρο της, που είναι «προϊόν» αποτυχημένης έκρηξης, ίσως και αποτυχημένων εκρήξεων…!

          Το Ραπτόπουλο, παλιότερα θεωρούνταν, και ήταν, καστανοχώρι. Όμως τα κάστανα, εκείνα τα κάστανα, τα μικρούλικα κάστανα που κάποτε πολέμησαν την πείνα, τράνεψαν παιδιά και έζησαν φαμίλιες, σήμερα έχασαν την αξία τους. Είναι κι αυτά μικρά, μίκρυναν και οι αποστάσεις, ο κόσμος στράφηκε προς τα αγορασμένα κι έτσι αυτά παραμελήθηκαν, για να μην πω υποτιμήθηκαν, που είναι και το ορθότερο. Έτσι, οι υπεραιωνόβιες καστανιές του Ραπτοπούλου, σήμερα, ζουν για να χαρίζουν στον τόπο πρασινάδα και καρπίζουν για τις νυφίτσες, για τα σκιουράκια, για τα αγριογούρουνα, όταν αφήνουν κάποιο ζωντανό οι κυνηγοί, και για τα λίγα γιδοπρόβατα που επιμένουν να βόσκουν κάτω από τον ίσκιο τους.  

          Τέλος, στο δυτικό μέρος της Τσιούκας υπάρχει ένα υπέροχο ελατόδασος, το οποίο, κατά γενική παραδοχή, είναι ένα από τα καλύτερα δάση ελάτης της Ελλάδας.

          Τα ελάτια του είναι πανύψηλα, λες και συναγωνίζονται σε μπόι τη μάνα τους την Τσιούκα, οι ρίζες τους φτάνουν ως της γης τα άπατα, τα χρόνια τους είναι αμέτρητα, ενώ τα μάτια τους είδανε πολλά. Στη μακρόχρονη ζωή τους, είδανε τόσα πολλά, που, αν είχανε φωνή να κρίνουν και στόμα να μιλήσουν, ποιος ξέρει τι θα μας ιστορούσαν, τι θα μας έλεγαν και για ποιους θα μας μολόγαγαν…

          Παρ’ όλα αυτά, είναι υπέροχο το συναίσθημα που νοιώθεις, όταν, απολαμβάνοντας τη σκιά τους τη μοναδική, τ’ ακούς να σιγοψιθυρίζουν λόγια αγάπης μεταξύ τους, τα βλέπεις να απαλοχαϊδεύονται με τα κλωνάρια τους, τα αντιλαμβάνεσαι να χορεύουν με του αέρα το φύσημα και με του ανέμου την κάθε μια πνοή…!!!
Φωτό και κείμενο Αντρεας Παπαδήμος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου