Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Μοναστηράκι Αγραφων,στο μαγαζακι του Χρήστου Μπακογιαννη,ενας επίλογος ανάλογος του τόπου...

Μοναστηράκι Αγράφων, στο μαγαζάκι του Χρήστου Μπακογιάννη, ένας επίλογος ανάλογος του τόπου…

oreinografies.gr
Η ώρα ήταν περασμένη, κόντευε δειλινό, όταν φτάσαμε στο χωριό Μοναστηράκι Αγράφων Ευρυτανίας (1).  Στην πλατεία του χωριού καθώς τα πουλιά τάδιναν όλα στις φυλλωσιές των δένδρων, η βοή των νερών στη ρεματιά που έκανε τραγούδι, τα σκουξίματα των ζωντανών και τα γαυγίσματα των σκύλων κορύφωναν τη συναυλία! Ὠ, Θεέ μου, τι ωραιότερο για κλείσιμο μιας μέρας, μετά από ένα μακρύ και εξαντλητικό οδοιπορικό στα βουνά των Αγράφων.
1
Κατεβαίνοντας απ τη Λιάκουρα, το διάσελο του Μούρκ΄ και η κορφογραμμή με τα «χτένια» του Καλόγηρου, ύψ. 1.713 μ.
Αφήσαμε τα σακίδια να ακουμπήσουν στον κορμό του πλάτανου στην πλατεία του χωριού, αφού πρώτα βγάλαμε έξω τα απαραίτητα και όλα αυτά έγιναν στο πεζούλι, δίπλα και κάτω απ το μαγαζάκι του κυρ Χρήστου.  Είχαμε ονειρευτεί κάτι μαγειρευτό στο μαγαζάκι από ώρα και τώρα ήμασταν  εδώ δίπλα, ζωντανοί, χωρίς να ονειρευόμαστε.  Ο κυρ Χρήστος προθυμοποιήθηκε να μας κάνει ομελέτα και σαλάτα – «ότι βρω ρε καλόπαιδα» είπε και εμείς διακριτικά βγάλαμε μια κονσέρβα με λουκάνικα για να αυγατίσουμε το πιάτο.  Η γυναίκα του κυρ Χρήστου άφησε το πότισμα στο περιβολάκι (μπαχτσέ) και πήγε στο σπίτι να βοηθήσει στο φαγητό.  Τώρα ήταν επιτέλους η ώρα της απόλαυσης..
Στη βρύση του δρόμου, κάτω από το μπαλκόνι του μικρομάγαζου, ο μπάρμπα Γιώργης μας έδειξε που ήταν η θέση του σαπουνιού.  Δίπλα στο κοίλωμα της πέτρας ήταν εκεί για τον καθένα.  Έγινε ένα πλύσιμο σε επιμέρους σημεία του σώματος μέσα στην πλατεία, απ αυτά που ανασταίνονται και νεκροί και η ζωή μας έγινε ακόμα πιο υπέροχη.  Μετά από μέρες στις κορφές των Αγράφων, τούτο το φρεσκάρισμα μας ανέβασε περισσότερο.
«.. παλιά, κουρέας του χωριού ήταν ο Δημήτριος Ιων. Κουτσουπιάς.  Κάθε Κυριακή, δίπλα στην πλατεία «τον Πλάτανο», εδώ που βρισκόμασταν και εμείς, «έστηνε το πρόχειρο και υπαίθριο κουρείο του.  Ξεκρεμούσε απ τον ώμο του τον τρουβά του και έβγαζε από μέσα τα απαραίτητα για το κούρεμα εργαλεία, ψαλίδι, χτένα, ξυράφι, πινέλο, σαπούνι.  Έπαιρνε λίγο ζεστό νερό απ το καφενείο, έφτιαχνε τη σαπουνάδα για ξύρισμα πάνω σε μία πλακερή μεγάλη πέτρα και έκανε τη δουλειά του.  Ποτέ μα ποτέ δεν έπαιρνε χρήματα.  Ήταν πάντα χαρούμενος που εξυπηρετούσε τους συγχωριανούς του..»   (Χρυσικού Γεωργίου1986:92)
Το φαγητό ετοιμαζόταν.  Στην παγκάδα του μαγαζιού σίμωσε και άλλος μπάρμπας και όταν το φαγητό ήταν έτοιμο και σερβιρίστηκε στο ξύλινο τραπέζι, ανεβήκαμε και πήραμε θέση σ αυτό.  Τώρα είχαμε στην παρέα δυο απ τους τρεις ηλικιωμένους κάτοικους του χωριού, κοντά ογδοντάρηδες, με μάτια όμως γεμάτα φλόγα νιότης και ένα τραπέζι στρωμένο με όλα τα πλούτη, που μπορούσε να ζητήσει η ψυχή μας.  Απ την μια μεριά η ομορφιά των Αγράφων και στο πιάτο τα απλά ανθρώπινα υλικά που φάνταζαν απίστευτα λαχταριστά.  Δεν ξέραμε που να πρωτοβουτήξουμε..
2
Η σπηλιά του Κατσαντώνη στη Φούρκα, ύψ. 1.566 μ.
Στην ανθρώπινη καρδιά ή στη πρόκληση ενός θεϊκού γεύματος;  Τα πράγματα κύλησαν όπως αυτά όριζαν.  Οι κουβέντες οι αρχικές είχαν φύγει και τα πειράγματα είχαν καθίσει τώρα στον κύκλο της συντροφιάς.  Στο ανοιχτό μπαλκόνι του μαγαζιού, μαζεμένη όλη η ιστορία του χωριού.  Σιμώσαμε στο τραπέζι και μέσα σε κουβέντες και ευχές ορθώσαμε το πρώτο ποτήρι.  Ευχές για υγεία και για «καλό καλοκαίρι».  Και τι δεν είπαμε και τι δεν μαθαίνεις.  Μόνο η παρουσία σου εδώ είναι αρκετή για να ξαναβγούν ιστορίες χιλιοειπωμένες, αλλά πάντα δροσερές και φρέσκες, γιατί είναι ατόφια αυθεντικές.   Οι ίδιοι οι κάτοικοι των χωριών τις μεταφέρουν από γενιά σε γενιά, μέσα απ την προφορική τους παράδοση.  Είναι η ιστορία του τόπου, η κληρονομιά τους.  Όσες φορές και να τις έχουν ακούσει οι ντόπιοι θα χαρούν, θα γελάσουν πάλι και πάλι, γιατί κάθε φορά είναι και διαφορετικά δοσμένες.  Να έτσι όπως έρχονται ανάκατα, αργά ή γρήγορα, χωρίς να ακούνε τους άλλους μπλέκονται όλες, αρκεί να μιλήσουν όλοι, και να πουν αυτό που θέλουν.  Δεν ζητιέται τίποτα περισσότερο από την παρουσία τους και αυτό και μόνον είναι ο θησαυρός του τόπου.  Ζητούν μια κουβέντα που έρχεται από μακριά, αν και ουσιαστικά δεν αποζητούν τίποτα.
3
Το Μοναστηράκι Αγράφων νομού Ευρυτανίας
Τα δικά μας νέα είναι «χλωμά» και δεν πιάνουν τόπο στο τραπέζι της συντροφιάς.  Τα δικά τους αντέχουν γιατί έχουν γίνει θρύλος, έχουν γίνει κλασικά, παμπάλαια, τόσο που περνούν σε ηλικία και τις πέτρες των σπιτιών τους και πάνε ακόμη πιο πίσω
«Να μας πουν πως ήταν η ζωή τα παλιά χρόνια για τον κόσμο που ζούσε στο χωριό», έριξε στο τραπέζι της παρέας ο κυρ Χρήστος σε μια απ τις βόλτες του για να φέρει το κρασί.  Η φωνή αποκρίθηκε καθάρια και ας είχε πάνω της το φόρτωμα των ογδόντα χρόνων.  «πολλές οικογένειες ζούσαν εδώ, τετρακόσιες οικογένειες, μαγαζιά και εδώ γύρω κόσμος πολύς καθισμένος.  Μόνο το σχολείο, θυμάμαι είχε ογδόντα παιδιά..»  «Εκατό είκοσι μαθητές» θυμήθηκε ο μπάρμπα Κώστας  παραδίπλα, σπαθάτος και με χιούμορ, ξάδελφος του μπάρμπα Γιώργου.  «Μαζί στον πόλεμο της Αλβανίας, απ το ίδιο χωριό και συγγενείς..»  Απορούσαν και οι ίδιοι μετά από τόσα χρόνια, πώς νικητές του Αλβανικού μετώπου, βρέθηκαν αιχμάλωτοι και δέσμιοι των Εγγλέζων.  «Με κείνη την συνθήκη, θυμάσαι ωρέ Γιώργη;»  «Ήμασταν τρία άτομα απ το χωριό στο μέτωπο για φαντάσου.  Παντού και πάντα στην πρώτη γραμμή..»  Να θυμηθεί και τον διοικητή του που άξιζε πολλά, με την γραμμή αναχαιτίσεως που έκανε, το σωστό να λέγεται..».  Φτάσαμε και στην Γερμανική κατοχή.  «Εδώ στο χωριό ήρθαν οι Ιταλοί μετά από τρία χρόνια (1943), που κατέλαβαν την χώρα…  Οι Ιταλοί δεν βαριέσαι, Ιταλοί ήταν αυτοί, κάτι να βρουν να φάνε, κάτι τις γυναίκες να πειράξουν.. τι να βρουν εδώ πάνω.  Όταν όμως είχε αρχίσει το αντάρτικο –και εδώ πάνω είχε φουντώσει το πράγμα από νωρίς – με διαταγή του Γερμανοϊταλικού αρχηγείου τους, πέρασε αεροπλάνο από πάνω και έριξε προκήρυξη-διαταγή, που έγραφε να καούν τα χωριά.  Οι κάτοικοι του χωριού  δεν κάθισαν με σταυρωμένα χέρια.  Για μέρες οι Ιταλοί έψαχναν να βρουν την προκήρυξη αλλά μάταια.  Την είχε βρει ένας χωρικός χαμηλά στη ρεματιά.  Νύχτα την πάει στο παπά και αυτός διαβάζει και κάτι κατάλαβε.  Ξεχώρισε τις λέξεις: Fumo – Agrafa – Monastiraki».  Φτάσανε και στο σπίτι του μπάρμπα.  Ήταν άρρωστος στο κρεβάτι.  Τους άνοιξε και τους ρώτησε τι θέλουν.  Δεν δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι γυρεύουν..
4
Η πλατεία «στο Πλάτανο» του χωριού
«Το χωριό (Μοναστηράκι) δεν το έκαψαν, το γλιτώσαμε, έκαψαν όμως το χωριό Άγραφα, που ήταν ένα από τα ωραιότερα χωριά της νότιας Ελλάδας»..  «Χρόνια και κείνα..» συμπλήρωσε ο μπάρμπα Γιώργης, στρίβοντας ένα ακόμη τσιγάρο, αφού το σάλιωσε κάμποσες φορές.  Ο μπάρμπα Κώστας έσυρε από την τσέπη του το μαντήλι, ήταν το κομπόδεμα.  Άνοιξε και έβγαλε κάτι κέρματα.  Έκανε νόημα στον κυρ Χρήστο και αυτός κατάλαβε.  Οι μπύρες δεν άργησαν να φτάσουν στο τραπέζι της παρέας.  Τι να πεις και τι να μολογήσεις..  Άντε να προλάβεις να ταξινομήσεις όλα αυτά που παιζόντουσαν σε πραγματικό χρόνο, τώρα.
Εδώ, οι άνθρωποι έχουν τους δικούς τους ρυθμούς, έχουν βρει τη θέση τους, που δοκιμάστηκε στον χρόνο.
Περάσαμε στην εποχή μας, κατά όπως οι κουβέντες πήγαιναν.  Απ το χθες στο σήμερα και πάλι πίσω.  Τα πολιτικά και οι ανθρώπινες αντιπαραθέσεις, βγήκαν στο τραπέζι, ξανά οι υποσχέσεις των πολιτικών και οι εκλογικές αναμετρήσεις. Τούτος ο τόπος, η Ευρυτανία ξαναβρέθηκε στην επικαιρότητα..  Εδώ οι ξάδελφοι, τα έσουρνε ο ένας στον άλλον.  Ο μπάρμπα Λουκάς πετούσε «σφήνες» στον ξάδελφο και ο ξάδελφος γύριζε και τον διόρθωνε.  «Πατριώτης ήταν ο Τσιγαρίδας, που έκανε πολλή δουλειά στην περιοχή» λέει ο μπάρμπας.  «Αυτό έχουν να το λένε όλοι.  Δεν θα βρεις άνθρωπο να πει άσχημη κουβέντα γι αυτόν.  Τον φρόντισε τον τόπο του..  Άντε τώρα η Ντόρα απ την Κρήτη να γίνει Ευρυτάνας..».  «Άντε ρε Γιώργη με τους πολιτικούς, μας κοροϊδεύουν..  δεν θυμάσαι τον Καφαντάρη απ την Φραγκίστα;  Πρωθυπουργός έκανε έργα αλλά όχι για τον τόπο του.  Κάποτε πήγε να φέρει την γυναίκα του στο χωριό.  Έφτασαν στο Καρπενήσι και η γυναίκα του τον ρώτησε εάν έχει κάνει δρόμο απ το Καρπενήσι στο χωριό του (Φραγκίστα).  Όταν της είπε ότι δεν είχε, τον άφησε και γύρισε πίσω.  «Αφού δεν έχεις φτιάξει δρόμο στον τόπο σου, τι να σε κάνω»!  του είπε.
5
Ο Χρήστος Μπακογιάννης στο μαγαζί
Τώρα στην παρέα είχαμε αυγατίσει.  Ο κυρ Χρήστος (μαγαζάτορας) είχε καθίσει κι αυτός στο σκαμνάκι και σιγο-γελούσε με τις «κόντρες» των συγχωριανών του.  Μιλούσε μόνον όταν ο μπάρμπα Γιώργης ζητούσε την επιβεβαίωση στα λεγόμενά του, για να «νικήσει» τον μπάρμπα Λουκά.
Είχαμε τελειώσει από ώρα με το φαγητό.  Ήταν ήδη τόσα πολλά, δεν ήταν βλέπεις μόνο το φαγητό, ήταν και όλα τα άλλα, αυτά ήταν τα πιο πολλά, τα πέρα και πάνω από «χορταστικά».  Είπαμε και τι δεν είπαμε..  Για τον βράχο με το άγριο μελίσσι, που είναι κοντά στο χωριό. «Όσο χρόνων είμαι και άλλο τόσο ο πατέρας μου πίσω, όπως μου έλεγε, και την σκάλα την θυμάται εκεί.. απ τα χρόνια της Τουρκοκρατίας πρέπει να κρατάει τούτη η ιστορία..  Αυτή η σκάλα κάπου θα οδηγούσε και για κάποιο λόγο θα είχε  στηθεί εκεί στον βράχο.  Είναι ο βράχος δύσκολος να τον ανέβεις, βγάνει προς τα έξω..  έτσι τα βρήκαμε εμείς, έτσι τα ακούσαμε, ποιος ξέρει!  Θα μάζευαν άγριο μέλι απ το μελίσσι πούχει φωλιάσει ψηλά στο βράχο..»
Λίγο νωρίτερα, ο δάσκαλος του χωριού, την ώρα που παρέδιδε τη σφραγίδα του σχολείου, έχοντας μαζέψει τα πράγματά του για να φύγει απ το χωριό, ακούγοντας για την ιστορία αυτή, πρόσθεσε: «Ένας καλόγερος ανεβασμένος στη σκάλα μάζευε μέλι.  Από πάνω είχαν κατεβάσει σκοινί και ήταν δεμένος για ασφάλεια.  Κατά πως έκανε και πήρε το σκοινί για φίδι, δίνει μια και το κόβει, πάει..»
6
Ο κυρ Γιώργης Τόλης με τον γιο του Πάνο στη παγκάδα του μαγαζιού
Είπαμε και για τις εκκλησίες, που έχει πολλές το χωριό, κοντά δεκατέσσερις.  «Όταν έφτιαχναν τη μεγάλη του χωριού, στις αρχές του 1900, έφυγε ένας μπάρμπας του μπάρμπα Γιώργη και πήγε να ζητήσει λεφτά δανεικά, 1.000 δραχμές για την εκκλησία.  Όλα τότε γινόντουσαν με προσωπική εργασία.  Όλα στην πλάτη οι ανθρώποι, ζαλίγκα, τα υπόλοιπα να τα κουβαλούν με τα μουλάρια».
Τα σπίτια του χωριού, οι εκκλησιές, τα καλντερίμια, τα αλώνια, τις πεζούλες, τα εικονοστάσια, τις βρύσες, όλα ήταν καμωμένα με το ίδιο υλικό, την πέτρα, που παράγει σε αφθονία ο τόπος.  Αυτή την πέτρα σμίλεψαν με κόπο και ιδρώτα.  Τούτο το υλικό αναδεικνύεται μέσα απ τα χέρια των ανώνυμων μαστόρων, σε έργο τέχνης, για να πάρει επάξια τη θέση του δίπλα στο πάνθεον των βουνοκορφών.  Τα ανθρώπινα αυτά έργα προσθέτουν ομορφιά στο άγριο φυσικό τοπίο.
Όση ώρα τα πίναμε πια, είχαμε σταματήσει να μετράμε ποιανού η σειρά ήταν να κεράσει τις μπύρες, τα αηδόνια έδιναν το δικό τους ρεσιτάλ –εμείς ακούγαμε από ώρα πουλάκια – τι να πρωτο-συγκρατήσουμε, που να σταθούμε..
7
Η μάνα της Μαρίας Μπακογιάννη ζαλιγκωμένη επιστρέφει από δουλειές
Εδώ στο χωριό, αλλά και γενικότερα στα Άγραφα, υπάρχει ζωντανή η ανάμνηση της μορφής του λαϊκού ήρωα Κατσαντώνη και σε κάθε χωριό θα ακούσεις κάποια απ τις ιστορίες για τον θρύλο.  Για τούτη τη θρυλική μορφή της κλεφτουριάς και των ηρωικών κατορθωμάτων του και εδώ στο Μοναστηράκι λέγονται πολλά.  «Ο πατέρας του λεγόταν Μακρυγιάννης και ήταν Σαρακατσάνος κτηνοτρόφος απ το Βασταβέτσι (Πετροβούνι) των Τζουμέρκων.  Έφυγε και εγκαταστάθηκε στο χωριό Μύρεσι (Μάραθος) Αγράφων.  Ο Κατσαντώνης με τα αδέλφια του Λεπενιώτη και Χασιώτη, είχαν γίνει το φόβητρο και ο εφιάλτης του Αλή – πασά, στην προσπάθειά του να υποτάξει τα Άγραφα.  Διαδέχτηκε τον περίφημο Γιάννη Μπουκοβάλα και τον Δίπλα στο καπετανάτο των Αγράφων κι έγινε ο γενναιότερος και αξιότερος κλέφτης έως το 1809 που θανατώθηκε.  Ατέλειωτη είναι έως σήμερα η προφορική παράδοση στα χωριά των Αγράφων απ τη ζωή του Κατσαντώνη.  Εναντίον του Κατσαντώνη είχε στείλει ο Αλή – πασάς τους πιο διαλεχτούς πολεμιστές με επικεφαλής το πιο άξιο παλικάρι του, τον Βεληγκέκα.  Σε μια ράχη του χωριού Χρύσου, την Σπανορούλα, έγινε η συμπλοκή στην οποία ο Κατσαντώνης νίκησε τους Αρβανίτες και σκότωσε τον αρχηγό τους.  Το «μνήμα του Βεληγκέκα» σώζονταν ως τώρα κοντά στο χωριό Χρύσου, όπου και τον έθαψαν. «Ότι δεν κατάφερε ο Αλή με τον πόλεμο, το πέτυχε με τα γνώριμα σ αυτόν μέσα της δολιότητας και της απάτης, με τα οποία υπέταξε και το Σούλι.  Άρρωστο τον έπιασαν  τον προδομένο Κατσαντώνη κοντά στην κορφή Καλόγερος, που είχε το λημέρι του και σώζεται το τοπωνύμιο «σπηλιά του Κατσαντώνη».  Ο Κατσαντώνης είχε σχέσεις με το μοναστήρι του Αϊ Γιάννη στο Παλαιοκάτουνο.  Έτσι όταν αρρώστησε κρύφτηκε στη σπηλιά, στο βουνό πάνω απ το χωριό Μοναστηράκι.  Μαζί του και ο αδελφός του Χασιώτης με πέντε παλικάρια.  Νερό έπαιρναν από πηγή κοντά.  Το κλεφτολήμερο του Κατσαντώνη το λένε Κεδράκι.  Ούτε να βάνει ο νους τα ανθρώπου πως υπάρχει εδώ πέρα.  Στην αντικρινή μόνο πλαγιά, κατά το ζυγό της Φούρκας, αν τύχεις μπορεί να το δεις, μα και τότε ο νους σου δεν πάει.  Τόσο κρυφή είναι.  Σπηλιά το λέει ο κόσμος, μα στ αλήθεια είναι ριζόσπηλο.  Δύσκολο το ανέβασμα, μα αν κρατιέσαι καλά από τις πέτρες που προεξέχουν και πατάς καλά από χαραμάδα σε χαραμάδα, φτάνεις.  Ο αδελφός του ο Γιώργης είχε 20΄ λεπτά να πάει για νερό και άλλα τόσα να γυρίσει.  Βαριά άρρωστος εδώ πέρασε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του ο Κατσαντώνης.  Λίγο νερό βγάζει η βρυσούλα και το κρατάει ξυλένια κούπα, που οι τσοπαναραίοι στην πηγή έμπηξαν για να το «πιάνουν».  Εδώ θα ήπιαν και οι Αρβανίτες το βράδυ κείνο, που με την προδοσία του Γκούρλια, έζωσαν το μέρος..  Ας όψεται ο προδότης ο Γκιούρλιας, λένε πως αλλιώς τον ήρωα θα τον εύρισκε η μεγάλη επανάσταση και ποιος ξέρει τις χρυσές σελίδες θάγραφε στην Ελληνική ιστορία» (Λουκόπουλου Δημητρίου1930:Στα βουνά του Κατσαντώνη, σ.197-199)
8
Ο κυρ Γιώργης Τόλης, «στρίβει» το τσιγάρο
«Αυτό το κλωνάρι απ τον πλάτανο, (το δείχνει με μια κίνηση του χεριού, απέναντι απ το μαγαζάκι που καθόμαστε) είχε γόνα, το θυμάμαι εδώ, πήγαινε πέρα, μετά το έκοψαν (το κλαδί του πλάτανου), αυτού κρέμασαν τον καπετάν Δίπλα (νονό του Κατσαντώνη).  Αυτό το διάβασα σε ένα βιβλίο, που ο αδελφός μου πήγαινε γυμνάσιο και μας το διάβαζε όλη την νύχτα.  Σ αυτό, ακούσαμε ότι ο Δίπλας, ο νονός του Κατσαντώνη, έβγαλε τη βέρα του και την έδωσε σε παιδάκι.. Όταν πιάσανε στην σπηλιά τον ήρωα και τον έσερναν, βγήκε εκεί στου Μακρυμανώλη, γύρισε κατά δω, κοίταξε και αναφώνησε: Άι κατακαημένε πλάτανε!  Και οι γέροι εκείνη την εποχή έλεγαν «μπας και έχει κάνα θησαυρό μέσα στην κουφάλα» και στην συνέχεια ερχόνταν εδώ διάφοροι με μηχανήματα και ψάχναν εδώ να βρουν τον θησαυρό του Κατσαντώνη..»  (Μαρία Μπακογιάννη)
«Ο Κατσαντώνης ήταν αντάρτης, έκανε πόλεμο.. Το βράδυ που θα τον έπιαναν είδε το όνειρο ο αδελφός του ο Γιώργος, που λέει: Απόψε είδα ένα όνειρο Αντώνη μου: θολό ποτάμι πέρναγα θολό και ματωμένο, ούτε πέρα πέρασα, ούτε δώθε βγήκα.  Μούπεσε το δισάκι μου κι η φούντα του σπαθιού κι έδωσα το ένα χέρι μου την φούντα για να πιάσω.  Βλέπω τον κάμπο πράσινο και τα βουνά γαλάζια, βλέπω δυο λάφια βόσκουνε σε μια παλιοκαψάλα΄΄ εξήγα μ΄ Γιωργάκη μ΄ τ΄ όνειρο..  Το πράσινο είναι γλήγορο το γαλάζιο είναι βόδι τα λάφια ήμαστε εμείς οι δυο, σήκω να φύγουμε (κουβέντιαζαν) πάρτο το κεφάλι μου..  Όχι δεν το κάνω, λέει ο Γιώργος του αδελφού του, βρε πάρε μου το κεφάλι, όχι δεν το παίρνω…  Τον πήρε στον ώμο και έφυγαν απ το καταφύγιο (σπηλιά) που ήσανταν και γύρισαν απ εκεί μεριά..  Διαταγή είχαν οι Τούρκοι να μην τους σκοτώσουν, αλλά να τους πιάσουν ζωντανούς και να τους πάνε στα Γιάννινα.  Και γύρναγαν οι Τούρκοι, αυτός είχε πιστόλι, κράταγε πιστόλι στα χέρια του ο Κατσαντώνης και όποιος ζύγωνε, μπαμ τον σκότωνε.  Άλλους τους πέταγε καταγής ο Γιώργος, είχε ένα σπαθί και τους κυνήγαγε μακριά και ξανά τον έπαιρνε τον Κατσαντώνη στον ώμο του, εκεί στο Καψάλι πιάστηκε.  Βλέπεις μπουρδουκλώθηκε ο Γιώργος με τον Κατσαντώνη στον ώμο και πέφτει καταγής, πέσαν οι Τούρκοι και τότε τους έπιασαν.  Τους κατέβασαν παρακάτω, εκεί στου Μακρυμανώλη που λέμε, λέει ο Κατσαντώνης: Τούρκοι φοβούστε να μου δώστε ένα τουφέκι (να ρίξω) να αποχαιρετήσω τα βουνά; Λέει ένας αγάς: ρε αυτό είναι σύνθημα των κλεφτών θα μας πετσοκόψει!  Εάν τουφέκαγε εκεί ο Κατσαντώνης θα γλίτωνε, θα άκουγαν  οι κλέφτες, θα ρίχνονταν οι κλέφτες κατά δω..  ΄΄Βαστάτε Τούρκοι τ΄ άλογα λίγο να ξανασάνω, να χαιρετήσω τα βουνά και τις πολλές ραχούλες..΄΄  (Κώστας Κουτσουπιάς, ετών 92, επάγγελμα πετράς (πελεκάνος)
9*
Ο κυρ Κώστας Κουτσουπιάς
Η κουβέντα γύρισε για τις ασχολίες των ανθρώπων του χωριού και γυρίσαμε στα χρόνια του πριν το 1950.  «Μέχρι τότε οι τσοπάνηδες –νομάδες που έβγαζαν κοπάδια στα μέρη μας ανεβοκατέβαιναν στα χειμαδιά κάνοντας δέκα μέρες στη στράτα, όπως πάνε τα νερά, δυτικά.  Ακολουθούσαν τη διαδρομή προς το χωριό Παλαιοκάτουνο, μετά στο χωριό Ραφτόπουλο, έπεφταν στον Αχελώο ποταμό και περνούσαν απ το γεφύρι της Τατάρνας ή του Αυλακίου για να βγουν στο Ξηρόμερο.  Εκεί να δεις δυσκολίες και βάσανα.  Η στράτα έχει τα δικά της…  Αργότερα έκαναν το φράγμα των Κρεμαστών στον Αχελώο και η κατασκευάστρια εταιρεία έβαλλε ferry- boat.  Μπαίναμε στο καράβι όλοι μαζί άνθρωποι και ζώα για να περάσουμε απέναντι».  Και ο μπάρμπα Κώστας με το αστραποβόλο βλέμμα, συμπλήρωσε.  «εγώ  συνόδευα πάντα το κοπάδι στο καράβι και δεν το άφηνα μονάχο του..  για να μουρμουρίσει, χαμηλόφωνα: «χρόνια περασμένα και αγύριστα».  «Τότε ήμασταν φτωχότεροι αλλά καλλίτερα» συμπλήρωσε ο μπάρμπα Γιώργης.  Κανείς δεν βρήκε λόγια να απαντήσει ή να διαφωνήσει.  Ίσως και να είχαμε κουραστεί, ίσως και το ότι είχαμε εγκαταλείψει τα προσωπικά.  Τώρα όποιος ήθελε να πει κάτι, το έλεγε.  Μιλούσαμε γιατί το είχαμε ανάγκη, μιλούσαμε απογυμνωμένοι από το βάρος κριτικής, καθώς τα λόγια που έπεφταν στο τραπέζι από μόνα τους είχαν το δικό τους «βάρος».
10
Η Μαρία Μπακογιάννη με τον ντορβά φεύγει για δουλειές….
Η ώρα είχε προχωρήσει, αλλά κανείς δεν έδειχνε να νοιάζεται γι αυτό, ακόμη και εμείς που ήμασταν επισκέπτες.  Για λίγο είχαμε νοιώσει-γίνει μέρος του τόπου και αυτό μου έδωσε μεγαλύτερη ικανοποίηση απ ό,τι οι κορφές που είχαμε πατήσει τις προηγούμενες μέρες.  Κάποια στιγμή ο μπάρμπα Γιώργης σηκώθηκε και έφυγε για να μαζέψει τα λιγοστά ζωντανά και ξαναγύρισε.  Δεν είχε αλλάξει τίποτα.  Όλα ήταν όπως και πριν, όλα κυλούσαν με τον τρόπο τους.  Μόνος εδώ και ένα χρόνο, από τότε που έχασε την γυναίκα του, επιμένει να ζει στο χωριό.  Είναι κι αυτός ένας απ τους λίγους παλιούς που κρατούν ζωντανή την ιστορία του τόπου και από ιστορία ο τόπος μπόλικη, σπουδαία και άγραφτη.  Εδώ γράφεται η ιστορία του τόπου και όχι στα γραφεία των μεγαλουπόλεων.   
Σκέφτομαι, – αν σκέφτομαι -, τι να πρωτο-ρουφήξω ή τι να προσπαθήσω να «κλέψω».  Ο αγέρας των κορφών ανάκατος μ αυτά τα κελαηδίσματα των πουλιών στα κλαδιά του πλάτανου, οι ήχοι απ τα κυπριά των ζωντανών, καθώς αυτά γυρίζουν στο χωριό, τα γαυγίσματα των σκύλων, πρόσθετα στο σκηνικό μια εξωπραγματική διάσταση για μας τους επισκέπτες.
Πώς να αποχωριστείς τούτα τα χώματα, πώς να αποχαιρετήσεις τους ανθρώπους, πώς να τους πεις ότι τούτος ο τόπος είναι «θησαυρός»,  σε ποιον να το πω..  Οι ευχές μας, τα λόγια μας φάνταζαν πολύ φτωχά, σε ό,τι είχαμε πάρει.  Θέλεις να δώσεις κάτι και ανακαλύπτεις ότι δεν έχεις τίποτα.  Θέλεις ν αφήσεις τη καρδιά σου, αλλά πας να τους αγκαλιάσεις και την τελευταία στιγμή το «μαζεύεις» γιατί παραείναι..  Εδώ είναι Άγραφα και μια δυνατή, γεμάτη χειραψία φτάνει και ολοκληρώνει αυτό που θέλεις να πεις και σίγουρα πιστοποιεί την υπόσχεση ότι θα ξανάρθεις.
Στ’ Άγραφα σαν δεθείς μια φορά, βρίσκεσαι «δεμένος» για πάντα.  Είναι βλέπεις «η κιβωτός», το «Shangri La» που ανακαλύπταμε, που χρόνια ψάχνεις να βρεις.
Είναι και κείνες οι ρίζες των πλατανιών «στον Πλάτανο» που είχαν απλώσει υπόγεια γύρω μας, όσες ώρες στεκόμασταν εκεί, που μας είχαν «αιχμαλωτίσει», μας είχαν αγκαλιάσει και που μας κρατούν γερά στο έδαφος, είναι τέλος αυτή η καθαρή ματιά των ανθρώπων που ξαναβάζει τα πράγματα στη σωστή τους πορεία.
Μπορεί όμως νάναι και το τραγούδι του αγέρα πούρχεται απ τις ψηλές κορφές, Φούρκα, Λιάκουρα, απ το  διάσελο του Μούρκ΄ και τον Καλόγερο και όχι μόνο, ίσως και ο ήχος της φλογέρας του Φλέγκα (Δημητρίου Ιων. Χρυσικού) απ τις βουνοπλαγιές του Πύργου, Φούρκας, Σκάρφενας και Γραβάνη, που έπαψε από χρόνια, και που ορκίζομαι ότι τα ακούω!, ή της κυρά Μαρίας το τραγούδι απ το παραθύρι, που συνομιλάει –συνοδεύει τα κατορθώματα του Κατσαντώνη, αλλά το σίγουρο, ναι το σίγουρο είναι ότι είμαι «μεθυσμένος» και δεν μπορώ να ξεμυτίσω απ εδώ, αδυνατώ να ξεκολλήσω,   εδώ θα μείνω!
Τάκης Ντάσιος, Καλοκαίρι 1990
Παραπομπές
(1) Μοναστηράκι, υψ. 700 μ. οικισμός του Δήμου Αγράφων νομού Ευρυτανίας.  Στα 1928 είχε 497 κατοίκους, 1940 > 660, 1951 > 596, 1961 > 344, 1971 > 192, 1981 > 79, 1991 > 85, 2001 > 335;, 2011 > 92
«Η Κοινότητα Μοναστηρακίου Αγράφων Ευρυτανίας έχει τρεις μεγάλους συνοικισμούς: Άγιο Νικόλαο, Κωτσίστα και το Σύχνικο.  Ακόμη στην δικαιοδοσία της ανήκουν και οι μικρότεροι συνοικισμοί: Κότλιανη, Αγραπιδιά, Σπάρτα, Κωνσταντίνα, Κρανόρεμμα και το Κουφαλόρεμμα.  Με τους σεισμούς της 5ης και 6ης Φεβρουαρίου 1966, πήρε την κατηφόρα.  Έπαθε μεγάλες καταστροφές γι αυτό οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν και έφυγαν προς τις μεγαλουπόλεις.  Στο μέσον του χωριού, και προς την ανατολική πλευρά του, δεσπόζει η εκκλησιά του Αγίου Δημητρίου, πολιούχος του χωριού, καμωμένη απ τα 1908.  Στην ανέγερση της εκκλησίας τους βοήθησαν οι κάτοικοι του χωριού, κουβαλώντας την πέτρα στον ώμο από τα μαντέμια (λατομεία) του «Κάστρου» και τα ξύλα από τα γύρω δάση με κτίστες Τζουμερκιώτες και ντόπιους.  Η εκκλησιά είναι ρυθμού βυζαντινού, με επιβλητικά μεγάλο τρούλο.
Το σχολείο, κτίστηκε το 1936, εκεί που ήταν άλλοτε τα ερείπια του Αγίου Γεωργίου, τοποθεσία «Κάστρο».  Όλοι οι κάτοικοι βοήθησαν στην ανέγερσή του.  Ήταν διθέσιο και ο αριθμός των μαθητών περνούσε τους 120.  Στο σχολείο, για πολλά χρόνια ήταν δάσκαλος ο Ιωάννης Θεοδ. Σαγρής, που ήταν και ο παπάς του χωριού.
Το χωριό – εκτός απ τους συνοικισμούς – έχει περίπου εκατό σπίτια, όλα σχεδόν δίπατα.  Είναι κτισμένα με άσπρες πελεκητές αραδιασμένες πέτρες βγαλμένες απ τα μαντένια του «Κάστρου» και σκεπασμένα με πέτρινες πλάκες.  Διαθέτουν κήπους και έχουν στρωμένες (ρούγες) με πέτρινες πελεκητές πλάκες.
Το χωριό έχει δυο μεγάλες πλατείες.  Η μια στο μέσον του χωριού, όπου στολίζεται από έναν πανύψηλο πλάτανο και πήρε το όνομά του «στο Πλάτανο».  Είναι στρωμένη με πελεκητές πέτρες, απ τα μαντέμια του Κάστρου».  Η άλλη πλατεία «τα πλατανάκια», είναι στο ΝΔ. τμήμα του χωριού και  στολίζεται από δυο θεόρατα πλατάνια.  Η παράδοση λέει ότι εδώ λημέριαζαν, έτρωγαν και γυμνάζονταν στη σκοποβολή οι Κατσαντωναίοι και στην κορφή του υψώματος «Κάστρο» είχε τα παρατηρητήρια και τα ταμπούρια.  Ακόμη, ότι εκεί ψηλά στο Κάστρο – στη μεγάλη πλακερή πέτρα, που υπάρχει και σήμερα – ξάπλωνε ο Θανάσης Τσάκας, το πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη».  (Χρυσικού Κων. Γεωργίου1986:16,35-36,70,76)
Ενδεικτική βιβλιογραφία
  • Χρηστοβασίλη Χρήστου1904:«Ο Κατσαντώνης» στο Πατριωτική Βιβλιοθήκη (Π.Β.)
  • Λουκόπουλου Δημητρίου1932: Στα βουνά του Κατσαντώνη, εκδ. Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Ν. Σιδέρη, εν Αθήναις
  • Λουκοπούλου Δημητρίου1940: Στ Άγραφα, ένα ταξίδι με εικόνες, σειρά: Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Νο 57, εκδ. Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Ν. Σιδέρη, εν Αθήναις
  • Σπανδωνίδη Ειρήνη1939: Τραγούδια της Αγόριανης (Παρνασού), κεφ. Ο Κατσαντώνης, σ. 223-248, εκδ. «Πυρσός» Α.Ε., Αθήνα
  • Λουκόπουλου Δημητρίου1959: «Οι Κατσαντωναίοι, ιστορία και θρύλος» στο Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο (Ρ.Η.), ανέκδοτο έργο
  • Βασιλείου Ι. Πάνου (Επιμ.)1963: Ο βίος του Κατσαντώνη του Επαμεινώντα Φραγγίστα, 1862, Β΄ έκδοση.  Εκδ. Εταιρείας Ιστορικών Ερευνών (80 σελίδες, 6 εικόνες)
  • Μάλαμα Λάμπρου1971: Κατσαντώνης και κλεφτουριά (ιστορικό μυθιστόρημα) 1770 -1810, από τις μεγάλες εθνικές μορφές και τις αθάνατες εποποιίες του λαού μας, σειρά: Λαϊκή βιβλιοθήκη, Γιάννινα
  • Βασιλείου Ι. Πάνου1973:Κατσαντώνης, το αστροπελέκι της Ρούμελης, ιστορικά της Ρούμελης, τόμος Α΄, περιοδική έκδοση 1973-1979
  • Λαμνάτου Βασίλη1974: Ο Κατσαντώνης, το τραγούδι της αντρειοσύνης
  • Βουρνά Τάσου1976:Κατσαντώνης, ο αητός της Ρούμελης, Αθήνα
  • Κωτσοκάλη Δ. Κώστα1977: Ο Κατσαντώνης της Ρωμιοσύνης, νέα θεώρηση της ιστορίας και του θρύλου του, Αθήνα
  • Σταμέλου Δημήτρη1980: Κατσαντώνης η αποθέωση της παλικαριάς.  Μυθιστορηματική βιογραφία ιστορικά και βιβλιογραφικά τεκμηριωμένη, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου και Σίας Α.Ε., Αθήνα
  • Χρυσικού Κων. Γεωργίου1986: Το χωριό μου Μοναστηράκι Αγράφων Ευρυτανίας, Αθήναι
  • Τσίπηρα Κώστα1993:Στα Ελληνικά βουνά (Β΄ μέρος) 50 ακόμα πεζοπορικές και οικολογικές διαδρομές, σειρά: πεζοπορία – ορειβασία, κεφ. 20η διαδρομή: Λιθοχώρι, Φτέρη, Μοναστηράκι, σ. 87-88, εκδ. Νέα Σύνορα, Α.Α. Λιβάνη
  • Γιαννιώτη Θεοδ.2002: «Κατσαντώνης» στο περιοδικό Π.Ο.Σ.Σ.
  • Μπουμπουρή Κώστα2002: Κατσαντώνης, εποποιία και θρύλος, Αθήνα
  • Περιηγητικός και πεζοπορικός χάρτης2004: Άγραφα, κλίμακας 1: 50.000 σειρά: Πίνδος, Topo 50 Central Greece, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗΣ
  • Χρηστοβασίλη Χρήστου2009: Ο Κατσαντώνης και ο καπετάν Καλόγηρος (Σαμουήλ ο Κιουγγίτης), σειρά: Nεοελληνική γραμματεία, Νο 163, εκδ. Πελεκάνος
  • Περιηγητικός & πεζοπορικός χάρτης2009: Ευρυτανικά  βουνά, κλίμακας 1: 50.000, σειρά Topo 50 2.4/2.5, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ
  • Μανιατέα Ηλία, Τεγόπουλου Ιωάννη (εκδότες): Νομός Ευρυτανίας Στερεά Ελλάδα, Νο 13, σειρά: Eλλάδα, εκδ. ΔΟΜΗ
  • Σταματελάτου Μιχαήλ, Βάμβα Σταματελάτου Φωτεινή2012: Γεωγραφικό λεξικό της Ελλάδας, τόμος Β΄, για αυτή την έκδοση Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη
  • Πολιτιστικός Σύλλογος Μοναστηρακιωτών «Η σπηλιά του Κατσαντώνη»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου