Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Ο Μπαζας-Γράφει ο Νακος Κορδονούρης

Ο Μπάζας
----------------
Ο Βλάσης ο Μπάζας, ήταν ένα γεροντοπαλλήκαρο καμιά σαρανταπενταριά χρονών, από ένα ορεινό χωριό. Επάγγελμα κτηνοτρόφος.
Ο πατέρας του.. ο Θοδωρής ο Μπάζας, που έκανε ακόμα το κουμάντο στο σπίτι, είχε μεγάλη περιουσία.. Σπίτια, αμπέλια,  γιδοπρόβατα, μοσχάρια και πολλά βοσκοτόπια σχεδόν το μισό βουνό. Το βουνό πήρε μάλιστα και τ'όνομά τους, "Μπαζοβούνι" ή "Μπάζας"..αλλά τι να το κάνεις.. είχε έναν μοναχογιό μπουνταλά, ο οποίος δυσκολευόταν να βρει γυναίκα... Είχε και τρεις τσούπες, τις πάντρεψε κι έμεινε με την γριά του και τον Βλάση. Έβλεπε να περνούν τα χρόνια..φανταζόταν πως θα ήταν η ζωή του..πως θα ζωντάνευε η αυλή του με εγγονάκια..αλλά νυφικό στον ορίζοντα για τον Βλάση δεν έβλεπε. Και πως να βρει εδώ που τα λέμε..στην κατάσταση που ήταν ο γιος του... Ολη τη ζωή του..δεν την πέρασε στο κολέγιο.. στα ζώα την πέρασε. Είδε κι απόειδε..ανέθεσε τη δουλειά σ'έναν επαγγελματία συμπεθεροκόπο (προξενητή), τον Μπάμπη. Ξύπνιος άνθρωπος ο Μπάμπης..ψήστης, καταφερτζής... Γύριζε ούλα τα χωριά και γνώριζε πολύ κόσμο..ήταν ζωέμπορος..τσαμπάσης.
-Δεν ξέρω τι θα κάνεις..θα ψάξεις να βρεις γυναίκα για τον Βλάση..τον ξέρεις τον Βλάση..
-Τον ξέρω Θοδωρή..κάτι θα κάνουμε..
Δύσκολη περίπτωση, γιατί ο Βλάσης όπως είπαμε ήτανε μπουμπούνας..δεν είχε τρόπους ούτε στην κουβέντα, ούτε στο φαγητό..έτρωγε κάπως γρήγορα.. ατσούμπαλα.
Αφού έλαβε το τίμημα ο Μπάμπης..την μπροστάτζα, γιατί την εξόφληση θα την έπαιρνε με τα στέφανα..βγήκε στη γύρα προς αναζήτηση νύφης...
Βρήκε μια περίπτωση, σ'ένα χωριό στην απο 'κει μεριά του βουνού. Καλή η υποψήφια..καμιά δεκαπενταριά χρόνια μικρότερη..και για τα δεδομένα του Βλάση..παραήταν καλή. Τους επισκέφθηκε ο Μπάμπης..έκατσε ήπιε δυο ποτήρια κρασί..μπήκε στο θέμα..παίνεψε το νοικοκυριό του Βλάση. Είπε και για τον ίδιο δυο καλές κουβέντες και ορίσανε την Κυριακή να τον πάει να ιδωθούνε.
Το Σάββατο τον πήγε για κούρεμα..του αγόρασε καινούργια ρούχα..και την Κυριακή αφού τον στόλισε, τον έφτιαξε Κόντη..ξεκινήσανε καβάλα στ'άλογα για το χωριό της νύφης.
Σε ούλο τον δρόμο ο Μπάμπης τον ορμήνευε.. Λίγες κουβέντες..στο φαΐ δεν θα βιάζεσαι... Θα καθόμαστε δίπλα δίπλα κι όταν βλέπω ότι τρως βιαστικά, θα σε σκουντάω με το πόδι να σταματάς.
Αφού φτάσανε..γίνανε οι καθιερωμένες συστάσεις κι οι χαιρετούρες..καθίσανε για φαΐ. Όταν άπλωσε ο Βλάσης να πάρει ένα μεζέ..ένιωσε ένα σκούντηγμα..τον άφησε κάτω. Άπλωσε για ψωμί..πάλι τα ίδια... Που στο διάολο.. γυρόφερνε ένα διαολόγατο κάτω από το τραπέζι κι ακουμπούσε τον Βλάση. Ο Βλάσης..πιστός στις οδηγίες..νόμιζε πως τον σκούνταγε ο Μπάμπης.. δεν έτρωγε. Φάε Βλάση..γιατί δεν τρως; Δεν θέλω..δεν πεινάω.. Σηκώθηκαν από το τραπέζι..νηστικός ο Βλάσης. Το βράδυ τον είχε θερίσει η πείνα. Σηκώθηκε πήγε στο σαμάρι, είχε ένα ταγάρι με ψωμί μέσα. Έκοψε μια κομμάτα.. χώθηκε κάτω από τις κουβέρτες και ματσούλαγε.. Μπαίνοντας ξέχασε την πόρτα μισάνοιχτη. Σε λιγο..τους έκοψε το κρύο με την πόρτα ανοιχτή.. Σηκώθηκε η μάνα της νύφης να την κλείσει. Όταν είδε τον καιρό να φέρνει το αγιάζι ο βοριάς από το Μπαζοβούνι λέει: μπρρρ... μπάζει ο Μπάζας, μπάζει...... Όταν το άκουσε ο Βλάσης κάτω από τις κουβέρτες..νόμισε ότι το λέει γι αυτόν.. Σου λέει με πήρανε χαμπάρι..οπότε πετάγεται με την αγριοφωνάρα του κάτω από τις κουβέρτες και λέει αγανακτισμένος από τη νηστικομάρα... Και να μπάζω μωρή..τι σε κόφτει εσένα.. από το ταγάρι το δικό μου μπάζω...
Εννοείται ότι το πρωί σηκώθηκαν κι έφυγαν άπραγοι.. βλαστημώντας ο Μπάμπης.. που είχε καταλάβει ότι η διαόλογατα έφταιγε που χάλασε η δουλειά...
----------Νάκος Κορδονούρης------------

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου