Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Του διαόλου οι κάλτσες ..-Γραφει ο Νακος Κορδονούρης

Του διαόλου οι κάλτσες...
----------------------------------
Ένας εύθυμος μύθος από τα παλιά

Ο Πανάγος ήταν ένας νεαρός κτηνοτρόφος από κάποιο ορεινό χωριό. Ήταν δουλευταράς και προκομένος. Στα εικοσιπέντε του κι αφού οι προϋποθέσεις συνέτρεχαν..σπίτι, κοπάδι κλπ..αποφάσισε να ψαχτεί για παντρειά.
Αραβωνιάστηκε μια τσούπα..την Τασούλα από ένα παραδιπλανό χωριό, περίπου τρεις ώρες δρόμο μακρυά.
Ένα Σάββατο απόγευμα, είπε να πάει να επισκεφτεί την αρραβωνιαστικιά.
Ντύθηκε, στολίστηκε, έφτιαξε το μουστάκι, σαμάρωσε τ' άλογο και κίνησε για το γυναικοχώρι.
Έφτασε στο κοντόβραδο. Ξεπέζεψε από τ'άλογο..τον υποδέχτηκαν μετά Θέρμης.. νύφη, πεθερά, κουνιάδος.....χαιρετούρες...καλώς το γαμπρό μας το λεβέντη κλπ.
Βάλανε να φάνε...η νύφη σερβίριζε, πηγαινοερχόταν στην κουζίνα.
Ο Πανάγος έψαχνε κάποια ευκαιρία να την ξεμοναχιάσει... να της πει δυο κουβέντες ιδιαίτερες...
Σηκώνεται κάποια στιγμή να πάει για κατούρημα, την συναντάει...της λέει κάπως με τρόπο:
-Τασούλα... απόψε θέλω να 'ρθώ στο κρεβάτι σου...
-Κι εγώ θέλω Πανάγο μου!
-Εντάξει! που θα κοιμάσαι; για να ξέρω..
-Μην ανάψεις φως και μας δούνε, θα με καταλάβεις γιατί θα φοράω κάλτσες.
-Εντάξει της λέει ο Πανάγος
και πέσανε για ύπνο.
Περίμενε πως και πως να αποκοιμηθούν οι άλλοι, να πάει στη γυναίκα...
Αφού άκουγε από παντού ροχαλητά, σου λέει... κοιμηθήκανε...
Σηκώθηκε πατώντας στα νύχια.. ψαχτά-ψαχτά, από κρεβάτι σε κρεβάτι, μέχρι να βρει κάλτσες...
Κάποια στιγμή βρίσκει κάλτσες... κοντοστέκεται...ώπα σου λέει εδώ είμαστε...
Τρουπώνει μέσα στις κουβέρτες κι αρχίζει τη δουλειά...
Όλη νύχτα τα πέρασε φίνα...
Τα ξημερώματα με το πρώτο φως κοιτάζει δίπλα του...τι να ειδεί...
Αντί για την αραβωνιάρα κοιμόταν με τη μάνα της.
Η πεθερά δεν είπε τίποτα, (της άρεσε φαίνεται)
Ω!!! ρε γαμώτο τι μαλ@@ία έκανα....τώρα; τι κάνουμε;...
Θα σηκωθώ να φύγω πρωτού ξυπνήσουν και με πάρουνε χαμπάρι.
Σηκώθηκε πατώντας στα νύχια, ντύθηκε στα γρήγορα.. πήρε τις αρβύλες στα χέρια να τις φορέσει έξω... σαμάρωσε τ' άλογο..έτοιμος να καβαλήσει να φύγει.
Εκείνη την ώρα ερχόταν ο αδερφός της νύφης μ' ένα αρνί φορτωμένος στο σβέρκο.
-Που πας γαμπρέ;
-Θα πάω να φύγω
-Γιατί φεύγεις;
-Έχω δρόμο μπροστά μου θα πάω ν' αρμέξω τα γίδια.
-Έγω έφερα αρνί να το σφάξουμε να σου κάνω το τραπέζι κι εσύ φεύγεις; κάτσε σου λέω!
Που να καθίσει ο Πανάγος..δεν τον κρατούσε τίποτα.. καβάλησε στο άλογο και ξεκίνησε.
-Φεύγω δεν κάθομαι!
-Δεν φταις εσύ..γώ φταίω που κουβάλησα τ' αρνί τόσο δρόμο για πάρτη σου.. μου γαμ@@@κε η μάνα..φώναξε ο αδερφός....
Οπότε γυρίζοντας το κεφάλι προς τα πίσω ο Πανάγος του απαντάει..κι αυτός δυνατά γιατί είχε απομακρυνθεί....
-Α!!! δε φταίω εγώ...ας μη φόραγε κάλτσες η μάνα σου....
------------Νάκος Κορδονούρης------------

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου